H ιστοσελίδα της Αθηνάς

 

ENGLISH

Περιεχόμενα

Αυτή είμαι

Βιογραφικό

Γράμμα από την Beba

Γράμμα προς το Σ.Ε.Ρ-Σωματείο Ελλήνων Ρεφλεξολόγων.

Γράμμα στον Μάντακ Τσια

Ετυμολογία Ελληνικών λέξεων

Ήθος

Αρμονία

Όχλος

Πόλεμος

Σφίνξ

Ήρωας

Άραψ - Άραβος

Εφιάλτης

 

Qigong

Tai Chi και Qigong-οι πραγματικοί θησαυροί της Κίνας

Ο Τρίποδας των Δελφών, Εσωτερική Αλχημεία και Στατικό Qi gong

Ο αρχαίος Ιατρός Hua Tuo και το Ήθος της Κινέζικης Παραδοσιακής Ιατρικής.

Xing Shen Chuan

Da Dao Chan Gong

Η τεχνική του Εσωτερικού Χαμόγελου

Eνοχοποίηση της Αγάπης και Θεραπευτικός Έρωτας.

Οι τρείς Πύλες της Ενέργειας

Tai Chi

Σύντομη ιστορία του Tai Chi

Η μεγάλη φόρμα του Northern Wu style Tai Chi- 83 κινήσεις

Ρεφλεξολογία- παρουσίαση και μικρή ιστορική αναδρομή

Ελλάδα: Ιστορία, Μύθος, Σκέψη

Κόρη

Ο Παρθενώνας λέει...

Φάνης-(μετάφραση από τον Τιμαίο)

Η ιστορία της Μυκόνου

Μύλοι και Φούρνοι της Μυκόνου

Το Ε των Δελφών και οι σύγχρονες επιβιώσεις του.

Ο Αμφορέας της Ελευσίνας και τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Προϊστορικά τελετουργικά αγγεία και Ελευσίνια Μυστήρια.

Οι χορεύτριες των Δελφών και η Σχολή των Πυθαγορείων

Απαντήστε στο Αίνιγμα της Σφίγγας.

Links

 

 

screen resolution stats
 

 

Οχλέω-ω = μετακινώ με την βοήθεια μοχλού

Οχλεύς = μοχλός

Οχλίζομαι = μετακινούμαι όχι από δική μου βούληση

μετά όχου = με θόρυβο

Όχλος = ομάδα ανθρώπων που δεν ελέγχονται από το δικό τους συνειδητό αλλά από την συνείδηση κάποιου άλλου που τους επιβάλλεται και τους ελέγχει. Άγονται και φέρονται.

Όχλησις (σύρριζη λέξη = αναμόχλευσις) = η αρχική σημασία είναι μετακίνηση παρά την θέλησή μας. Μια αλλαγή που μας επιβάλλεται από κάποιον άλλον η ίσως και από την ίδια την ζωή και μπορεί να μας είναι δυσάρεστη έως και ανυπόφορη, όμως σε κάποιες περιπτώσεις αναγκαία και προς όφελός μας. Δεν είναι κάθε όχλησις (αλλαγή) δυσάρεστη πάντα, συχνά είναι και απαραίτητη για την εξέλιξή μας. Αυτό που οχλεί μπορεί απλά να προειδοποιεί με αποτέλεσμα να ταράσσει τον εφησυχασμό μας. Το κλάμα των μικρών παιδιών ή τα γαυγίσματα των σκύλων, ένας ξαφνικός πόνος κ.λ.π

Βάρβαρος= με γλώσσα μητρική άλλη από την ελληνική.